Απόφαση του Αρείου Πάγου «σπάει» το άλλοθι της γονικής αμέλειας
Με αφορμή τον πνιγμό του 4χρονου στην πισίνα beach bar στην Πάρο, απόφαση του Αρείου Πάγου θέτει ιδιαίτερα σημαντικό νομολογιακό σημείο αναφοράς για τα καθήκοντα του ναυαγοσώστη και του υπευθύνου εγκατάστασης σε κολυμβητική δεξαμενή σε περιπτώσεις γονείς παραβλεψης της επιτήρησης των ανήλικων παιδιών τους
Η ΑΠ 1146/2017 (εδω) αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό νομολογιακό σημείο αναφοράς για τα καθήκοντα του ναυαγοσώστη και του υπευθύνου εγκατάστασης σε κολυμβητική δεξαμενή. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η απουσία ή η πλημμελής γονική εποπτεία δεν εξαφανίζει αυτομάτως τις ιδιαίτερες υποχρεώσεις ασφαλείας εκείνων που έχουν αναλάβει την επιτήρηση και ασφαλή λειτουργία της πισίνας.Ήταν 17 Ιουνίου 2009, όταν 9χρονος κατέληξε από πνιγμό σε κολυμβητική δεξαμενή επιχείρησης αναψυχής, όπου διοργανωνόταν παιδικό πάρτι.
Το παιδί είχε φτάσει στον χώρο μαζί με τη 16χρονη αδελφή του, χωρίς τη συνοδεία των γονέων του. Ο πατέρας είχε μεταφέρει τα δύο παιδιά μέχρι την είσοδο της εγκατάστασης και στη συνέχεια αποχώρησε. Το πρόγραμμα του πάρτι περιελάμβανε αρχικά κολύμβηση και στη συνέχεια τούρτα και φαγητό.
Η επιχείρηση διέθετε κανονισμό σχετικά με τη χρήση της εγκατάστασης και τη συνοδεία των ανηλίκων. Ωστόσο, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν είχε εξασφαλιστεί στην πράξη ότι τα παιδιά που χρησιμοποιούσαν την πισίνα συνοδεύονταν από ενήλικο.
Τουλάχιστον 30 παιδιά στην πισίνα
Οι συνθήκες που επικρατούσαν εκείνο το απόγευμα είχαν ιδιαίτερη σημασία για την κρίση του δικαστηρίου. Στην κολυμβητική δεξαμενή βρίσκονταν τουλάχιστον 30 ανήλικα παιδιά, πολλά ηλικίας κάτω των 10 ετών, μαζί με άλλους πελάτες της επιχείρησης. Η πισίνα είχε βάθος από 0,80cm έως 1,80m.
Τα παιδιά έτρεχαν, έκαναν βουτιές, φώναζαν και έπαιζαν μέσα στο νερό, ενώ υπήρχαν έντονη μουσική και συνωστισμός. Παράλληλα, κατασκευή στο μέσο της πισίνας περιόριζε την πλήρη οπτική επαφή με όλα τα σημεία της, ενώ στο βαθύτερο τμήμα ο πυθμένας δεν ήταν πάντοτε ευδιάκριτος. Mέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο 9χρονος έχασε τις αισθήσεις του και βυθίστηκε στο βαθύτερο σημείο της πισίνας.
Δεν έγινε εγκαίρως αντιληπτός από τον ναυαγοσώστη.
Άλλοι χρήστες της κολυμβητικής δεξαμενής εντόπισαν το παιδί ακίνητο στον πυθμένα και οι φωνές τους κινητοποίησαν τον ναυαγοσώστη, ο οποίος έσπευσε, βούτηξε και το ανέσυρε. Το παιδί ήταν ήδη αναίσθητο και χωρίς αναπνοή. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Η ιατροδικαστική εξέταση απέδωσε τον θάνατο σε πνιγμό εντός ύδατος.
Το επιχείρημα για την ευθύνη των γονέων
Η υπόθεση έφτασε στον Άρειο Πάγο και εξετάστηκε με την ΑΠ 1146/2017 του Ζ΄ Ποινικού Τμήματος. Μεταξύ των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν στην αίτηση αναίρεσης ήταν και το ζήτημα της γονικής επιμέλειας: κατά πόσο δηλαδή μπορούσε να αποδοθεί ευθύνη στον υπεύθυνο της επιχείρησης, ενώ την επιμέλεια των παιδιών έχουν καταρχήν οι γονείς τους.
Ο Άρειος Πάγος δεν δέχθηκε ότι η απουσία γονικής εποπτείας αρκούσε για να απαλλάξει τον υπεύθυνο της εγκατάστασης από τις δικές του, ιδιαίτερες υποχρεώσεις ασφαλείας.
Η σημασία της απόφασης, δεν καθιερώνει γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο η ευθύνη των γονέων «μεταφέρεται» αυτομάτως στον ναυαγοσώστη ή στην επιχείρηση. Αναγνωρίζει, όμως, ότι η γονική υποχρέωση εποπτείας και η επαγγελματική ή κανονιστική υποχρέωση ασφαλούς λειτουργίας και επιτήρησης μπορούν να συνυπάρχουν. Η αμέλεια του ενός δεν εξαφανίζει αυτομάτως την ενδεχόμενη αμέλεια του άλλου. Ο ναυαγοσώστης πρέπει να αντιληφθεί τον κίνδυνο πριν να είναι αργά
Ιδιαίτερη βαρύτητα για τη ναυαγοσωστική πρακτική έχει η περιγραφή που κάνει το Δικαστήριο για τον ίδιο τον ρόλο του ναυαγοσώστη.
Σύμφωνα με την απόφαση, ο ναυαγοσώστης ήταν, «επιφορτισμένος με το καθήκον να αντιληφθεί εγκαίρως τον κίνδυνο και να προστρέξει σε χρόνο που θα υπήρχαν ακόμη πιθανότητες διάσωσης των λουομένων» και όχι απλώς να ανασύρει έναν λουόμενο και να του παράσχει πρώτες βοήθειες όταν πλέον η επέμβασή του έχει καταστεί εκπρόθεσμη. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα σημεία της απόφασης για κάθε επαγγελματία ναυαγοσώστη πισίνας.
Η ναυαγοσωστική επιτήρηση είναι πρωτίστως προληπτική λειτουργία.
Ο ναυαγοσώστης δεν βρίσκεται στην πισίνα μόνο για να πραγματοποιήσει ανάσυρση και να εφαρμόσει ΚΑΡΠΑ όταν ένας λουόμενος έχει ήδη βρεθεί στον πυθμένα. Το ουσιώδες καθήκον του είναι να επιτηρεί αποτελεσματικά, να αναγνωρίζει έγκαιρα τη συμπεριφορά ή τα σημεία ενός λουόμενου που βρίσκεται σε δυσχέρεια και να παρεμβαίνει πριν η κατάσταση εξελιχθεί σε μη αναστρέψιμο περιστατικό.
Η παρουσία από μόνη της δεν είναι επιτήρηση
Στην υπόθεση του 9χρονου, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ναυαγοσώστης δεν ασκούσε τον απαιτούμενο συνεχή και επαρκή έλεγχο. Ο ναυαγοσώστης δεν αντιλήφθηκε το παιδί όταν άρχισε να κινδυνεύει, όταν βυθιζόταν ή αμέσως μετά τη βύθισή του. Αντιλήφθηκε ότι είχε συμβεί κάτι μόνο από τις φωνές των άλλων λουομένων.
Η διάκριση είναι θεμελιώδης:
Παρουσία ναυαγοσώστη στον χώρο δεν σημαίνει αυτομάτως αποτελεσματική ναυαγοσωστική επιτήρηση. Η φυσική παρουσία ενός πιστοποιημένου επαγγελματία δεν αρκεί, όταν ο τρόπος με τον οποίο έχει οργανωθεί ή ασκείται η επιτήρηση δεν του επιτρέπει να αντιλαμβάνεται εγκαίρως έναν λουόμενο που κινδυνεύει.
«Συγκλίνουσα αμέλεια»
Ο Άρειος Πάγος δεν θεώρησε ότι το αποτέλεσμα μπορούσε να αποδοθεί αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο. Αντίθετα, δέχθηκε ότι οι εμπλεκόμενοι είχαν ενεργήσει αμελώς ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον και ότι, «το αποτέλεσμα επήλθε από τη συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων». Οι πράξεις και οι παραλείψεις τους κρίθηκαν ως ενεργοί παραγωγικοί όροι του αποτελέσματος, ανεξάρτητα από το εάν είχαν συμβάλει και άλλοι παράγοντες, άμεσα ή έμμεσα.
Αυτό είναι κρίσιμο και για το επιχείρημα, «Δεν πρόσεχαν το παιδί οι γονείς, άρα δεν ευθύνεται ο ναυαγοσώστης». Η ΑΠ 1146/2017 δεν στηρίζει μία τόσο απόλυτη θέση.
Η τυχόν αμέλεια του γονέα μπορεί να αξιολογηθεί αυτοτελώς. Δεν εξαφανίζει, όμως, αυτομάτως την ιδιαίτερη υποχρέωση που έχει ο ναυαγοσώστης ή ο υπεύθυνος της εγκατάστασης, όταν από τη θέση, τα καθήκοντα και τις περιστάσεις υπέχουν υποχρέωση αποτροπής του κινδύνου.
Η ευθύνη της εγκατάστασης δεν εξαντλείται στην πρόσληψη ναυαγοσώστη
Εξίσου σημαντική είναι η κρίση για τον υπεύθυνο λειτουργίας. Η εγκατάσταση γνώριζε ότι στην ίδια πισίνα θα βρίσκονταν δεκάδες παιδιά, πολλά κάτω των 10 ετών, μαζί με άλλους λουόμενους. Γνώριζε επίσης το βάθος της δεξαμενής, την ύπαρξη κατασκευής που περιόριζε την ορατότητα και τις συνθήκες συνωστισμού και θορύβου.
Το Δικαστήριο απέδωσε ιδιαίτερη σημασία και στο γεγονός ότι δεν είχε εξασφαλιστεί κατάλληλη θέση επιτήρησης που να παρέχει στον ναυαγοσώστη πλήρη και ανεμπόδιστη θέα της πισίνας, παραπέμποντας στις απαιτήσεις της ΥΔ Γ1/443/1973. Επομένως, η ευθύνη μιας εγκατάστασης δεν εξαντλείται στην τυπική τοποθέτηση ενός ναυαγοσώστη.
Πρέπει να δημιουργούνται και οι πραγματικές προϋποθέσεις ώστε ο ναυαγοσώστης να μπορεί να εκτελέσει αποτελεσματικά τα καθήκοντά του.
Τι προβλέπει σήμερα το θεσμικό πλαίσιο
Η ΥΔ Γ1/443/1973, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, εξακολουθεί να αποτελεί βασικό τμήμα του θεσμικού πλαισίου των κολυμβητικών δεξαμενών και περιλαμβάνει διατάξεις για το προσωπικό, τον επόπτη ασφαλείας και τα μέτρα ασφαλείας των εγκαταστάσεων.
Για τις πισίνες τουριστικών καταλυμάτων εφαρμόζεται παράλληλα το ειδικότερο πλαίσιο της ΚΥΑ 10399/2022, όπως τροποποιήθηκε με την ΥΑ 6584/2024, που ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, την εκπαίδευση και πιστοποίηση του ναυαγοσώστη κολυμβητικής δεξαμενής και τις υποχρεώσεις των φορέων διαχείρισης.
Για συγκεκριμένες κατηγορίες τουριστικών καταλυμάτων η ισχύουσα ρύθμιση διαφοροποιεί τον τρόπο με τον οποίο εξασφαλίζεται η ετοιμότητα του ναυαγοσώστη. Για καταλύματα με λιγότερα από 50 δωμάτια ή με πισίνα βάθους μικρότερου του 1,5 μ., καθώς και για ορισμένες ειδικές κατηγορίες δεξαμενών, προβλέπεται δυνατότητα ο ναυαγοσώστης να βρίσκεται σε ετοιμότητα εντός του καταλύματος με δυνατότητα άμεσης επέμβασης.
Εδώ πρέπει να γίνεται μία σημαντική διάκριση:
Άλλο η κανονιστική απαίτηση για τον τόπο φυσικής παρουσίας του ναυαγοσώστη και άλλο η δικαστική αξιολόγηση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του μετά από ένα ατύχημα.
Το γεγονός ότι μία διάταξη επιτρέπει υπό προϋποθέσεις την ετοιμότητα εντός του καταλύματος δεν αποτελεί από μόνο του απαλλαγή από κάθε πιθανή ευθύνη. Σε περίπτωση συμβάντος θα εξεταστούν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, η προβλεψιμότητα του κινδύνου, η δυνατότητα άμεσης επέμβασης και ο αιτιώδης σύνδεσμος.
Και εάν ο γονέας αγνοήσει τον ναυαγοσώστη;
Ούτε από την ΑΠ 1146/2017 προκύπτει ότι ο ναυαγοσώστης μετατρέπεται σε «γονέα όλων των παιδιών της πισίνας».
Εάν ένας γονέας παραβιάσει σαφή απαγόρευση ή αγνοήσει συγκεκριμένη οδηγία ασφαλείας, αυτό αποτελεί πραγματικό περιστατικό που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την αξιολόγηση της ευθύνης.
Υπάρχει όμως ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο αν ο ναυαγοσώστης βλέπει μία επικίνδυνη κατάσταση και δεν αντιδρά, και στο να αναγνωρίζει τον κίνδυνο, ενημερώνει τον γονέα, δίνει σαφή εντολή διακοπής ή απομάκρυνσης, ενημερώνει τον υπεύθυνο λειτουργίας εφόσον υπάρχει άρνηση συμμόρφωσης και εξακολουθεί να επιτηρεί μέχρι να εκλείψει ο κίνδυνος.
Στη δεύτερη περίπτωση υπάρχουν σαφώς περισσότερα στοιχεία που μπορούν να αποδείξουν ότι ο επαγγελματίας κατέβαλε την προσοχή που απαιτούσαν οι συγκεκριμένες περιστάσεις.
Η ποινική ευθύνη από αμέλεια, άλλωστε, δεν αποτελεί «αντικειμενική ευθύνη» επειδή απλώς συνέβη ένα περιστατικό κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας ενός ναυαγοσώστη.
Το δικαστήριο θα εξετάσει τι όφειλε να κάνει, τι μπορούσε να κάνει, τι πραγματικά έκανε ή παρέλειψε και εάν η συγκεκριμένη παράλειψη συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα. Αυτή ακριβώς είναι και η βασική συλλογιστική που αναπτύσσει η ΑΠ 1146/2017 για την ανθρωποκτονία από αμέλεια.
Το μήνυμα της απόφασης για τους επαγγελματίες ναυαγοσώστες
Η απόφαση του Αρείου Πάγου αφήνει ένα ιδιαίτερα ισχυρό μήνυμα για τη λειτουργία μιας πισίνας.
Η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται με την απλή παρουσία ενός ναυαγοσώστη. Απαιτεί πραγματική, συνεχή και αποτελεσματική επιτήρηση και μία εγκατάσταση οργανωμένη έτσι ώστε αυτή η επιτήρηση να είναι εφικτή.
Παράλληλα, παρουσία ναυαγοσώστη δεν υποκαθιστά τη γονική επίβλεψη. Οι γονείς και οι κηδεμόνες εξακολουθούν να έχουν υποχρέωση συνεχούς και άμεσης εποπτείας των ανηλίκων και οφείλουν να συμμορφώνονται με τις οδηγίες ασφαλείας.
Οι δύο υποχρεώσεις δεν αλληλοαναιρούνται.
Για τον επαγγελματία ναυαγοσώστη, η ασφαλέστερη επιχειρησιακή ακολουθία όταν αντιλαμβάνεται επικίνδυνη συμπεριφορά ανηλίκου είναι, αναγνώριση κινδύνου → άμεση υπόδειξη → σαφής εντολή διακοπής όταν ο κίνδυνος συνεχίζεται → απομάκρυνση από την επικίνδυνη δραστηριότητα σύμφωνα με τον κανονισμό → ενημέρωση του υπευθύνου λειτουργίας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης → καταγραφή σοβαρού περιστατικού ή άρνησης συμμόρφωσης.
Η καταγραφή δεν αποτελεί «ασπίδα» έναντι της ευθύνης. Μπορεί, όμως, να αποτελεί σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο ως προς το τι αντιλήφθηκε ο ναυαγοσώστης, πότε το αντιλήφθηκε και ποιες ενέργειες πραγματοποίησε.
Η ουσία της ΑΠ 1146/2017
Η απόφαση δεν λέει ότι «εάν οι γονείς δεν προσέχουν, την ευθύνη παίρνει ο ναυαγοσώστης». Αναγνωρίζει οτι η γονική εποπτεία και η ναυαγοσωστική επιτήρηση αποτελούν διαφορετικές υποχρεώσεις που μπορούν να συνυπάρχουν. Η αμέλεια του γονέα δεν αίρει αυτοδικαίως την ιδιαίτερη υποχρέωση του ναυαγοσώστη και της εγκατάστασης να λάβουν τα μέτρα που επιβάλλουν ο νόμος, τα καθήκοντά τους και οι πραγματικές συνθήκες της πισίνας.
Και για τον ναυαγοσώστη, ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα της απόφασης μπορεί να αποδοθεί με μία φράση:
Ο ναυαγοσώστης δεν βρίσκεται στην πισίνα για να εντοπίσει το θύμα στον πυθμένα. Βρίσκεται εκεί για να αντιληφθεί τον κίνδυνο εγκαίρως, πριν ο λουόμενος καταλήξει σε αυτόν.
.jpg)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Ευχαριστούμε για την επικοινωνία.
Θα λάβετε άμεσα σχετική ενημέρωση.
LifeguardsNews